«Έργο του ιατρού είναι η διατήρηση του πολυτιμότερου εθνικού αγαθού»
Σε προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε στην προληπτική ιατρική, της οποίας μέλημα είναι η προφύλαξη της υγείας και η παράταση του χρόνου της ζωής μας. Σήμερα θα αναφερθούμε στον άλλο κλάδο της ιατρικής, τη θεραπευτική ιατρική, η οποία ασχολείται με τη θεραπεία των νόσων, από τις οποίες προσβάλλεται ο ανθρώπινος οργανισμός. Υποδεικνύει τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν προς αποκατάσταση της υγείας, όπως είναι τα φάρμακα, η εγχειρητική επέμβαση, τα εμβόλια, η δίαιτα, η ψυχική θεραπεία, η φυσικοθεραπεία, τα ιαματικά λουτρά, η ποσιθεραπεία και τέλος η κλιματοθεραπεία.
Νόσος θεωρείται μία διαταραχή της αρμονίας των λειτουργιών του οργανισμού, και η προσπάθεια της θεραπευτικής ιατρικής συντείνει στη διατήρηση αυτής της αρμονίας ή στην επαναφορά της, όταν διαταράσσεται.
Στην προσπάθεια αυτή, σημαντικό ρόλο παίζουν η ιατρική και η πολιτεία.
Β2.1.Ο θεραπευτής ιατρός
Ο ρόλος του θεραπευτή ιατρού είναι πρωταγωνιστικός, με δευτερεύοντα τον ρόλο του παραϊατρικού προσωπικού. Επίσης, ανάλογους ρόλους παίζουν, όπως θα δούμε παρακάτω, η επιμέλεια και η μόρφωση του φοιτητή της ιατρικής και οι ιατρικές σχολές, με την άρτια εκπαίδευση που προσφέρουν.
Για να κρατηθεί όμως στο ύψος της η ιατρική, πρέπει ο πρωταγωνιστής ιατρός να διατηρήσει τη διπλή του ιδιότητα, του επιστήμονα δημιουργού και του εργάτη για τον λαό, σύμφωνα με την κλασική αντίληψη. Η θεωρητική και πρακτική κατάρτιση, η ήρεμη κρίση, ο αντικειμενικός λογισμός και η προσωπική του διαίσθηση είναι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον καλό ιατρό.
Ο ιατρός πρέπει να είναι ικανός, να αφιερώνει στον άρρωστό του όλη την προσοχή του και να εμπνέεται από μία ισχυρή εμπιστοσύνη προς την επιστήμη του, καθώς και από την επιθυμία να βοηθήσει τον ασθενή του. Και καλύτερος ιατρός είναι εκείνος, ο οποίος συνεχώς σκέπτεται την ευημερία του αρρώστου του, φροντίζοντας, όχι μόνο για τα έκδηλα σωματικά σημεία της νόσου, αλλά επίσης και για την ψυχική του κατάσταση, η οποία είναι σημαντικός παράγων για την επιτυχία της θεραπείας.
Ο ιατρός μπροστά στον άρρωστό του καλείται να απαντήσει σε δύο ερωτήματα: Ποιο όργανο πάσχει και ποια αιτία προκάλεσε την πάθηση. Για να έχουμε σωστές απαντήσεις σ’ αυτά τα δύο ερωτήματα, βασικό ρόλο θα παίξουν:
α) το πλήρες ιστορικό του ασθενούς
β) η κλινική του εικόνα και
γ) τα αποτελέσματα των εργαστηρίων.
α) Πλήρες ιστορικό του ασθενούς
Ένα πλήρες ιστορικό του ασθενούς ισοδυναμεί με μισή διάγνωση, μας διδάσκει αξίωμα της ιατρικής. Έχει όμως τον χρόνο ο σημερινός ταμειακός ιατρός να πάρει πλήρες ιστορικό, μπροστά στο πλήθος των ασθενών που υποχρεούται να εξετάσει μέσα στα χρονικά περιθώρια του ωραρίου της εργασίας του; Ασφαλώς όχι. Αυτό είναι ένα σημείο που πρέπει να προσέξει η πολιτεία.
β) Η κλινική εικόνα του ασθενούς
Η γνώση και η εμπειρία του ιατρού, μαζί με το καλό ιστορικό και την κλινική εικόνα του ασθενούς, οδηγούν με σιγουριά στην ορθή διάγνωση. Ο προσεκτικός ιατρός είναι πεπεισμένος ότι κανένα τεστ, όσο άρτιο κι αν είναι, δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια συνθετική κλινική γνώμη και την προσωπική κρίση ενός ευφυούς και έμπειρου κλινικού, ως προς την κατάσταση του ασθενούς.
γ) Τα αποτελέσματα του εργαστηρίου
Για μια σωστή διάγνωση δεν πρέπει να δίνεται βαρύτητα μόνο στα αποτελέσματα του εργαστηρίου. Αυτά πρέπει να συνδυάζονται με την κλινική εικόνα του αρρώστου. Ο έμπειρος ιατρός πρέπει να ερευνά εξονυχιστικά και αντικειμενικά τις πληροφορίες που λαμβάνει και από τις τρεις πηγές (ιστορικό, κλινική εικόνα, εργαστήριο). Η κλινική διδασκαλία κατά την ιπποκρατική έννοια δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί, απεναντίας πρέπει ιδιαίτερα να εξαρθεί.
Αφού αξιοποιήσει ο θεραπευτής ιατρός όλα όσα αναφέρονται παραπάνω, μπορεί να οδηγηθεί στην ορθή διάγνωση και στη σωστή αιτιολογική θεραπευτική αγωγή, συντηρητική ή χειρουργική, της διαταραχθείσας υγείας. Η έλλειψη σαφούς διάγνωσης οδηγεί τον ιατρό στη συμπτωματική θεραπεία, όπως λέγεται. Χορηγεί, δηλαδή, φάρμακα για να ανακουφίσει τον άρρωστο, χωρίς να είναι σίγουρος για το επιθυμητό αποτέλεσμα, την ίαση. Αυτός, είναι και ένας λόγος, μεταξύ των άλλων, της σημερινής πολυφαρμακίας, ένα άλλο σημείο το οποίο πρέπει να προσέξουν οι αρμόδιοι.
Αν αναλογιστούμε τα λόγια του Οβίδιου ότι «ουδέν οφελεί το οποίον να μη δύναται συγχρόνως να βλάψει», τότε πρέπει να στοχεύσουμε στην ορθή διάγνωση, στην ανεύρεση του πάσχοντος οργάνου και της αιτίας και στη σωστή αιτιολογική θεραπευτική αγωγή.
Αν υπάρχουν ακόμη σήμερα ανίατες αρρώστιες, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η αιτία που τις προκαλεί είναι ακόμη άγνωστη. Η σημερινή θεραπευτική ιατρική, σε σύγκριση με αυτήν του παρελθόντος, έχει κάνει μεγάλα άλματα, τόσο στη διάγνωση όσο και στη θεραπεία των ασθενειών. Να υπενθυμίσουμε και να τονίσουμε ότι αρχιτέκτονες του σημερινού οικοδομήματος της ιατρικής ήταν κατά το πλείστον οι ιατροί που αφιέρωσαν όλη την προσοχή, την ευφυΐα, την αγάπη, αλλά και τη ζωή τους ακόμη, στο λειτούργημά τους, και συνεπώς στον πάσχοντα συνάνθρωπό τους. Για την προσφορά αυτή θα περίμενε κανείς σήμερα περισσότερη τιμή και σεβασμό προς τον λειτουργό του θεάρεστου αυτού έργου, τον ιατρό, αντί για την εκτόξευση ανεπίτρεπτων χαρακτηρισμών, κατά καιρούς, από χείλη υπευθύνων της πολιτείας.
Β2.2.Ο φοιτητής ιατρικής
Βασικός παράγοντας για την πρόοδο της θεραπευτικής ιατρικής είναι η ολοκληρωμένη εκπαίδευση των φοιτητών της ιατρικής και των ειδικευόμενων νέων ιατρών. Τον λόγο εδώ έχουν οι ιατρικές σχολές, με τους δασκάλους τους. Ο φοιτητής που επιθυμεί να σπουδάσει την ιπποκράτειο επιστήμη πρέπει να γνωρίζει ότι ο χρόνος μελέτης, τόσο στα πανεπιστημιακά του χρόνια όσο και μετά το πτυχίο, θα πρέπει να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα για τη κατάρτιση και την ενημέρωσή του στις εξελίξεις της επιστήμης του.
Εκτός όμως από αυτά, θα πρέπει ο μέλλων ιατρός να έχει έφεση και αγάπη προς αυτό το λειτούργημα, καθώς επίσης και αισθήματα ανθρώπινα, για να συνδυάσει τον επιστήμονα και τον άνθρωπο ταυτόχρονα.
Β2.3.Οι ιατρικές σχολές
Η άνοδος της επιστημονικής στάθμης των θεραπευτών ιατρών, και γενικότερα της ιατρικής, εξαρτάται, όχι μόνο από την έφεση και τη μελέτη των φοιτητών και των νέων ιατρών, αλλά πολύ περισσότερο από την ολοκληρωμένη διδασκαλία στα πανεπιστήμια, δηλαδή, από τη θεωρητική και πρακτική κατάρτιση.
Το πρώτο, όμως, ερώτημα που τίθεται για τη χώρα μας εδώ είναι: Μπορούν σήμερα οι πανεπιστημιακοί ιατροδιδάσκαλοι να προσφέρουν αυτό που επιθυμούν και οφείλουν στον φοιτητή ιατρικής και στον ειδικευόμενο ιατρό; Ασφαλώς όχι, τουλάχιστον σε επίπεδο ίδιο με το ευρωπαϊκό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την προτίμηση των Ελλήνων αποφοίτων για πανεπιστήμια του εξωτερικού, όταν πρόκειται για μεταπτυχιακές σπουδές ή ειδίκευση. Η ευθύνη εδώ δεν βαρύνει μόνο τους πανεπιστημιακούς δασκάλους, διότι η πλημμελής εκπαίδευση οφείλεται κατά πρώτον στις υπάρχουσες σημερινές ελληνικές συνθήκες (στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία) και κατά δεύτερο λόγο στον μεγάλο αριθμό των φοιτητών ιατρικής, αριθμό που απαιτεί την ανάλογη νοσοκομειακή υποδομή σε προσωπικό, κρεβάτια και εργαστήρια.
Το δεύτερο ερώτημα που χρήζει απαντήσεως είναι: Έχουν οι σημερινοί Έλληνες καθηγητές της ιατρικής τον χρόνο και τα μέσα που απαιτούνται για έρευνα, μελέτη, συγγραφή σε επίπεδο αντίστοιχο του ευρωπαϊκού;
Την απάντηση, αλλά και τη θεραπεία στα ερωτήματα αυτά χρέος έχει να δώσει η πολιτεία.
Β2.4.Ο ρόλος της πολιτείας στη θεραπευτική ιατρική
Η πολιτεία είναι υπεύθυνη για την υγεία του λαού μας, επομένως και για την προσφορά καλύτερων υπηρεσιών στον χώρο της υγείας. Οφείλει, συνεπώς, όχι μόνο να εποπτεύει, να κατευθύνει και να ελέγχει τον τρόπο εκπαίδευσης των φοιτητών της ιατρικής και των ειδικευόμενων ιατρών στα πανεπιστήμια, αλλά και να καλύπτει τις υπάρχουσες ανάγκες σε έμψυχο δυναμικό, σε σύγχρονο επιστημονικό εξοπλισμό και σε νοσοκομειακή υποδομή.
Είναι όμως σε θέση η πολιτεία μας να ανταποκριθεί στο χρέος της αυτό; Σήμερα όχι, μελλοντικά ναι, διότι και δαπάνες απαιτούνται και χρόνος για την ολοκλήρωση ενός νοσοκομειακού προγράμματος αντίστοιχου των αναγκών της χώρας μας. Η επιτυχία του μελλοντικού στόχου μας θα εξαρτηθεί από τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η πολιτεία στην ιεράρχηση, στη μεθόδευση και, προ παντός, στις οικονομικές προτεραιότητες που θα θέσει. Εδώ θα κάνουμε ακόμη μία αναφορά στα λόγια του Disraeli: «οι δαπάνες για την υγεία είναι επικερδής επένδυση χρημάτων, που φέρνει πλούσια μερίσματα στο μέλλον».
Προβλήματα στον χώρο της υγείας υπήρχαν, και θα υπάρχουν και στο μέλλον, εφόσον οι ανάγκες, οι επιστημονικές αλλά και οι λαϊκές, καθημερινά πολλαπλασιάζονται. Όπως, λοιπόν, για κάθε κοινωνικό πρόβλημα προτείνονται πολλές συνταγές για τη θεραπεία του, ανάλογα με τα ιδεολογικά πιστεύω, έτσι για την οριστική θεραπεία του προβλήματος της υγείας προτάθηκαν και νομοθετήθηκαν σήμερα θεραπευτικές συνταγές. Εμείς προτείνουμε τέτοιου είδους σοβαρά προβλήματα που αφορούν όλο τον πληθυσμό και καθορίζουν την τύχη των πολιτών της χώρας μας, όπως είναι η υγεία και η παιδεία, να αντιμετωπίζονται διακομματικά. Μόνο με αυτόν τον τρόπο τα θεμέλια θα είναι σταθερά και μόνιμα. Έτσι δεν θα κατεδαφίζει η μία κυβέρνηση αυτά που έκανε η άλλη, με συνέπεια διπλές δαπάνες, απώλεια χρόνου, ταλαιπωρία και αναστάτωση.
Η παρούσα κυβέρνηση επιχειρεί με το δικό της Ε.Σ.Υ. να λύσει το πρόβλημα υγείας στη χώρας μας. Θα το πετύχει όμως; Τουλάχιστον όχι στον βαθμό που περίμενε ο λαός μας και αυτοί που εργάζονται για την υγεία του λαού μας. Υπάρχουν, πράγματι, στη νομοθεσία θετικά σημεία, τα οποία υιοθετεί το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Υπάρχουν, όμως, και σοβαρά αρνητικά σημεία, τα οποία προδικάζουν τη συνέχιση και την επιδείνωση της ταλαιπωρίας του λαού μας, δημιουργούν νέα κοινωνικά προβλήματα στον χώρο της υγείας και δυσκολεύουν την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος.
Αλλά το μεγάλο και σοβαρό κεφάλαιο για το Ε.Σ.Υ. χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» στις 17/8/1985