Η ονομασία προήλθε από την διφθέραν, η οποία σημαίνει μεμβράνη. Διότι η νόσος χαρακτηρίζεται από την εμφάνισιν διφθερών (δηλαδή ψευδομεμβρανών) συνηθέστερα εις την στοματικήν κοιλότητα.
Περιεγράφη το πρώτον παρά του Αρεταίου του Καππαδόκου κατά τον 1ον μ.Χ. αιώνα. Ως αρχικαί εστίαι αναφέρονται αι Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος και Μ. Ανατολή, όπου ενδημούσε η νόσος. Εκείθεν μετεδόθη εις Ευρώπην και Αμερικήν, ιδία κατά τους πολέμους με την μετακίνησιν των πληθυσμών και στρατευμάτων.
α) Αίτιον
Αίτιον της ασθενείας είναι το κορυνοβακτηρίδιον της διφθερίτιδος, ομοιάζον προς κορύνην (ρόπαλον), εξ ου και το όνομα, ή άλλως το βακτηρίδιον του Loffler, ανακαλυφθέν υπ΄ αυτού το 1884. Το βακτηρίδιον εν ζωή εκκρίνει μίαν δηλητηριώδη ουσίαν, την τοξίνην.
β) Μετάδοσις
Το βακτηρίδιον μεταδίδεται από ανθρώπου εις άνθρωπον αμέσως διά των σταγονιδίων των εκτινασσομένων από του στόματος και της ρινός κατά τον βήχα και το πτάρνισμα ή εμμέσως, δι’ αντικειμένων. Σπουδαίον ρόλον διά την μετάδοσιν παίζουν οι μικροβιοφορείς, οι οποίοι δύνανται να διακριθούν πρώτον εις τους αναρρωννύοντας, δεύτερον εις τους επωαστικούς και τρίτον εις τους υγιείς.
1. Εις τους αναρρωννύοντας το μικρόβιον παραμένει εις τας αμυγδαλάς και εις την ρίνα περί τας 4 και πλέον εβδομάδας (40 ημέρας): ούτω δε οι αναρρωννύοντες δύνανται να μεταδώσωσι την νόσον κατά το διάστημα αυτό.
2. Επωαστικοί είναι εκείνοι οι οποίοι προσεβλήθησαν υπό της νόσου. Εισήλθε δηλαδή το μικρόβιον εντός του οργανισμού των, αλλά δεν εξεδηλώθη ακόμη η νόσος: οι διανύοντες, όπως λέμε, το στάδιον επωάσεως της νόσου.
3. Υγιείς μικροβιοφόροι είναι εκείνοι οι οποίοι φέρουν το μικρόβιον, το μεταδίδουν, χωρίς αυτοί οι ίδιοι να νοσήσουν. Κατά τινας ο αριθμός αυτός των υγιών μικροβιοφόρων ανέρχεται εις 70% εκ του αμέσου περιβάλλοντος του ασθενούς.
Πρέπει να γνωρίζωμεν ότι το μικρόβιον της διφθερίτιδος είναι πολύ ανθεκτικόν και ημπορεί να ζήση επί πολλάς εβδομάδας επί συσσωρευμένου κονιορτού δωματίων, διαδρόμων κλπ, εις τας σκοτεινάς γωνίας των δαπέδων, εις τα ενδύματα, σεντόνια και παιδικά παιγνίδια τα οποία δεν βλέπει ο ήλιος, διότι τούτο είναι λίαν ευαίσθητον εις το φως του ηλίου.
γ) Προσβολή
Εκ του μικροβίου προσβάλλονται συνηθέστερον παιδιά μεταξύ δευτέρου και πέμπτου έτους της ηλικίας, σπανιώτατα βρέφη μέχρι του έκτου μηνός, λόγω της μεταβιβαζομένης μητρικής ανοσίας (ύπαρξις αντισωμάτων μητρός), συχνή μέχρι του δεκάτου πέμπτου έτους και σπανίως εις τους ενήλικας.
Την εμφάνισιν της νόσου ευνοεί η ψυχρά εποχή του χειμώνος, λόγω βλάβης εκ ψύξεως του βλεννογόνου του ρινοφάρυγγος εκ της οποίας αναπτύσσεται τοπική διάθεσις, η πτωχεία, η ακαθαρσία, η ανθυγιεινή κατοικία, ο συνωστισμός (σχολεία, βρεφοκομεία κλπ).
Η πρώτη εγκατάστασις του μικροβίου, όπως ανεφέραμεν, γίνεται εις τον βλεννογόνον του ρινοφάρυγγος, εις τον οποίον κατ΄ αρχάς προκαλεί βλάβην με την έκκρισιν της τοξίνης, δηλητηριώδους εκκρίματος του μικροβίου, η οποία τοξίνη εισέρχεται εν συνεχεία εις την γενικήν κυκλοφορίαν του αίματος και προκαλεί γενικάς βλάβας, τας οποίας παρακάτω θα αναφέρωμεν.
δ) Κλινική εικών
Η επώασις της νόσου, το στάδιον δηλαδή που αντιστοιχεί εις την είσοδον και εγκατάστασιν του μικροβίου μέχρις εκδηλώσεως της νόσου, διαρκεί 2 έως 5, σπανίως 7 ημέρας. Διακρίνομεν δύο κυρίως μορφάς της άλλως καλουμένης διφθερικής κυνάγχης, την απλήν και την κακοήθη.
1. Η απλή διφθερική κυνάγχη αρχίζει υπούλως με μικρόν πυρέτιον, με αίσθημα πνιγμού και καύσωνα κατά τον φάρυγγα, καθώς και με δυσκαταποσίαν. Γενικώς το παιδί παρουσιάζει κάποιαν αδιαθεσίαν, καταβολήν των δυνάμεων και ωχρότητα, τα οποία προδηλούν όλα μαζί την έναρξιν της νόσου. Συν τω χρόνω, όμως, ο πυρετός ανέρχεται, φθάνει εις τους 38ο με 39ο και τα τοπικά συμπτώματα, όπως άλγος και δυσκαταποσία, επιτείνονται.
Τοπικώς, εις την στοματικήν κοιλότητα θα ίδωμεν κατ΄ αρχάς την γλώσσαν ξηράν και κοκκίνην, τας αμυγδαλάς διογκωμένας και κοκκίνας. Αι αμυγδαλαί φέρουν ένα επίχρισμα λευκόφαιον (μεμβράνη, διφθέρα), το οποίον δυσκόλως αποσπάται, αιμορραγεί ευκόλως και αναπλάσσεται ταχέως, επεκτεινόμενον εις τους πέριξ ιστούς και καταλαμβάνον την σταφυλήν, τα τόξα των αμυγδαλών κλπ. Συγχρόνως έχομεν και διόγκωσιν των τραχηλικών αδένων.
Συνήθως η απλή διφθερίτις υποχωρεί μόνη της μετ΄ ολίγας ημέρας με βαθμιαίαν πτώσιν πυρετού, διάλυσιν και απόπτωσιν μεμβρανών. Μπορεί όμως, εάν την εγκαταλείψωμεν, να αποβή επικίνδυνος, τόσον τοπικώς διά επεκτάσεως των μεμβρανών όσο και διά γενικής τοξικής επιδράσεως επί της καρδίας, νεφρών κλπ.
2. Η κακοήθης διφθερική κυνάγχη είναι σπανιωτέρα, αλλά με πορείαν βαρυτέραν και ενίοτε κεραυνοβόλον. Εισβάλλει αποτόμως με υψηλόν πυρετόν και έντονα γενικά φαινόμενα, ενίοτε όμως και λαθραία.
Τα τοπικά συμπτώματα, ως εις την καλοήθη ανεφέραμεν, εξελίσσονται ταχέως, αι ψευδομεμβράναι εντός μιάς ημέρας καταλαμβάνουν την φαρυγγικήν κοιλότητα και επεκτείνονται προς τον λάρυγγα και ρινοφάρυγγα. Το στόμα παραμένει ανοικτόν και εξέρχεται απόπνοια δυσώδης και από την ρίνα εκκρέει συνεχώς αιμόφυρτον βλεννώδες υγρόν. Αι μεμβράναι γίνονται αιμορραγικαί (υπομέλαναι). Τα γάγγλια του τραχήλου διογκούνται εντόνως και ο τράχηλος εξοιδαίνεται (πρήζεται), δια τούτο τον ωνόμασαν και δεσποτικόν λαιμόν.
Γενικά συμπτώματα έχομεν από την καρδίαν (καρδιακή ανεπάρκεια), λόγω προσβολής τού καρδιακού μυός υπό της τοξίνης, από το πεπτικό σύστημα, διάρροιαν και εμέτους, οι οποίοι θεωρούνται και αρνητικόν, προγνωστικόν σημάδι. Η πορεία είναι οξεία και ο θάνατος επέρχεται εντός δύο έως πέντε ημερών, είτε εκ καρδιακής ανεπαρκείας είτε εκ δυσπνοίας. Μπορεί, όμως, η πορεία να είναι ολιγώτερον ταχεία, οπότε ο ασθενής σώζεται δια της εγκαίρου θεραπευτικής αγωγής.
3. Διφθερικήν λαρυγγίτιδα (Group) έχομεν όταν αι διφθερικαί μεμβράναι επεκταθούν προς τον λάρυγγα με συμπτώματα στενώσεως του λάρυγγος, δηλαδή τραχύτητα της φωνής, βράγχον και υλακώδη βήχα: ο βήχας εν συνεχεία καθίσταται άτονος και επέρχεται η αφωνία, ένεκα καλύψεως των φωνητικών χορδών υπό ψευδομεμβρανών (αφωνική περίοδος). Μετά από 24 έως 48 ώρας, εμφανίζεται η δύσπνοια (δυσπνοϊκή περίοδος), με χαρακτηριστικόν τον εισπνευστικόν και εκπνευστικόν συριγμόν. Κατ΄ αυτήν παρατηρούμεν εις τον ασθενή εισπτύξεις των μεσοπλευρίων διαστημάτων, υπερκλειδίων και υποκλειδίων βόθρων, αναπέτασιν των πτερυγίων ρινός και λοιπά δυσπνοϊκά σημεία.
Εις βαρείας καταστάσεις, μετά το δυσπνοϊκόν στάδιον έχομεν το ασφυκτικόν τοιούτον, με συμπτώματα ασφυξίας, ήτοι σπασμούς, συχνήν αναπνοήν επιπολαίαν, ακροκυάνωσιν (μελάνιασμα) κλπ. Αναφέρομεν, επίσης, ότι διφθερίτις δυνατόν να αναπτυχθή και εις άλλα σημεία, όπως εις την ρίνα, τον επιπεφυκότα οφθαλμόν, τα ώτα, τα γεννητικά όργανα κλπ.
ε) Επιπλοκαί
Συνηθέστεραι επιπλοκαί είναι η οξεία τοξική μυοκαρδίτις, η νεφρίτις και αι εκ του νευρικού συστήματος παραλύσεις, διακρινόμεναι εις πρωϊμους κατά την πρώτην εβδομάδα, ιδία όμως εις μεταδιφθεριτικάς, από της δευτέρας εβδομάδος και μετά. Συνήθως καταλαμβάνουν την μαλθακήν υπερώαν, οπότε έχομεν φωνήν έρρινον και παλινδρόμησιν υγρών, τροφών εκ των ρωθώνων, αλλά και άλλων οργάνων, ως των ώτων, των οφθαλμών κλπ, καθώς και των άνω και κάτω άκρων. Ευτυχώς, όμως, συνήθως τα συμπτώματα παρέρχονται, αμέσως μετά από την κατάλληλον θεραπευτικήν αγωγήν.
στ) Διάγνωσις
Η διάγνωσις θα γίνη από τον ιατρόν, εις τον οποίον θα πρέπει να οδηγηθή το παιδί (ο ασθενής). Σήμερον έχομεν ως βοηθόν εις την κλινικήν διάγνωσιν και τον μικροβιολόγον, ο οποίος ημπορεί διά λήψεως επιχρίσματος εκ του ασθενούς να μας καθορίση μετά βεβαιότητος εάν πρόκειται περί διφθερίτιδος ή όχι (άμεσος εξέτασις και καλλιέργεια εντός 17 ωρών το αποτέλεσμα).
ζ) Πρόγνωσις
Η πρόγνωσις εξαρτάται εκ της εγκαίρου θεραπευτικής αγωγής και της ηλικίας. Προ της οροθεραπείας, την οποίαν σήμερον εφαρμόζομεν, οι θάνατοι ανήρχοντο εις 50%, σήμερον δε κατήλθον σχεδόν εις το μηδέν.
η) Θεραπεία
Η θεραπεία θα γίνη υπό του ιατρού (οροθεραπεία, αντιβιοτικά). Επί δυσπνοϊκών συμπτωμάτων, γίνεται τραχειοτομία κλπ.
θ) Προφύλαξις
Η δήλωσις του κρούσματος είναι υποχρεωτική. Απαραίτητος θεωρείται η απομόνωσις αρρώστου και η μεταφορά του εις νοσοκομείον λοιμωδών νόσων, καθώς και η αναζήτησις μικροβιοφορέων εκ του περιβάλλοντος του ασθενούς, διά εξετάσεως εκκρίματος εκ του φάρυγγος και κατά την μεθοδον του Schik. Θετικά όμως αποτελέσματα έχομεν μόνον διά του προφυλακτικού εμβολιασμού. Ούτος σήμερον είναι υποχρεωτικός, γίνεται δε συνήθως με το τριπλούν εμβόλιον της διφθερίτιδος, κοκκύτου και τετάνου εις 3 δόσεις, ανά 25 με 30 ημέρας περίπου την κάθε ένεσιν.
Σχετικά με την ηλικίαν, καθ΄ ην πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός, επειδή κάπως υφίσταται διάστασις γνωμών, θα πρέπει να συμβουλευθήτε τον ιατρόν σας. Άλλοι υποστηρίζουν την μετά τον τρίτον μήνα, ούτως ώστε μέχρι τον έκτον μήνα να έχη αποκατασταθή πλήρως η ανοσία εις το παιδί. Άλλοι όμως υποστηρίζουν ότι ο εμβολιασμός πρέπει να γίνεται εις μεγαλυτέραν ηλικίαν, ήτοι γύρω εις τον όγδοον με δέκατον μήνα.
Διά να καταστή περισσότερον κατανοητή η σημασία του εμβολίου, της προλήψεως δηλαδή της νόσου, θα κάνω μία παρένθεσιν δια να διευκρινήσωμε τι είναι τα εμβόλια, πώς δρουν μέσα εις τον οργανισμόν, τι είναι οι οροί και πώς δρουν. Αλλά διά να γίνω περισσότερον παραστατικός, θα κάνω σύγκρισιν της αμύνης ενός κράτους με την άμυναν ενός οργανισμού, διότι ομοιάζουν καταπληκτικά.
Ένα κράτος, όπως όλοι γνωρίζομεν, διά να είναι ισχυρόν και να ημπορή να είναι απρόσβλητον από τους εχθρούς του είναι υποχρεωμένον να διατηρή στρατόν ξηράς, αεροπορίαν και ναυτικόν. Όσον ισχυρότερον είναι τόσο ευκολότερον ημπορεί να καταβάλη τον τυχόν επιτιθέμενον εχθρόν του. Στρατόν, εκτός από τα κέντρα, έχει και εις τα φυλάκια των συνόρων, και γενικά τον έχει διασκορπισμένον εις όλο το κράτος δια να εποπτεύη και προλαμβάνη τας επιθέσεις. Επίσης, έχει και τα κέντρα εκπαιδεύσεως, όπου χρειάζεται π.χ. τρεις μήνας διά να εκπαιδεύση μία κλάση στρατού. Όταν το κράτος υποστή επίθεσιν εχθρού, αμύνεται κατ’ αρχάς, διά των φυλακίων, και εάν δεν επαρκέσουν αυτά στέλλονται νέαι ενισχύσεις. Εάν δεν επαρκέσουν και αυταί, κάνει επιστράτευσιν εκγυμνασμένων ανδρών, διότι δεν προφθαίνει να εκγυμνάση νέους. Εάν ο εχθρός διαθέτη ειδικώς εκπαιδευμένον στρατόν, π.χ. δι΄ επίθεσιν διά θαλάσσης, και το κράτος δεν έχει αρκετόν ναυτικόν και αρκετούς εκπαιδευμένους άνδρας, θα ζητήση ναυτικήν βοήθειαν από τους συμμάχους του. Και εάν εξοντωθή ο εχθρός, οι σύμμαχοι θα αποχωρήσουν με το ναυτικόν τους και το κράτος θα πρέπη να εκπαιδεύση δικό του ναυτικό, διά τυχόν μελλοντικήν νέαν επίθεσιν.
Ερχόμεθα τώρα εις τον οργανισμόν. Ο οργανισμός έχει και αυτός την άμυνάν του, τον στρατόν του, τα καλούμενα λευκά αιμοσφαίρια, τα οποία ευρίσκονται διασκορπισμένα εις όλον τον οργανισμόν μέσα εις το αίμα και ως φυλάκια, π.χ. στα τοιχώματα των τριχοειδών αγγείων του δέρματος, καθώς και σε άλλα μέρη του σώματος, όπως εις το ήπαρ κλπ. Όσον περισσότερον υγιής και σκληραγωγημένος είναι ο οργανισμός, π.χ. με θαλάσσια μπάνια, σπορ, υγιεινόν τρόπον ζωής, τόσο δυσκολότερον καταβάλλεται από τους εχθρούς του, τα καλούμενα μικρόβια.
Φυσιολογικώς, εις ένα κυβικόν χιλιοστόμετρον αίματος, ένας υγιής οργανισμός έχει γύρω στα 7.000 λευκά αιμοσφαίρια. Όταν υποστή λοιπόν ο οργανισμός επίθεσιν μικροβίων, κατ΄ αρχάς και εδώ θα αμυνθούν τα φυλάκια, τα λευκά, δηλαδή, αιμοσφαίρια, τα οποία βρίσκονται εις την περιφέρειαν (δέρμα κλπ), και αν δεν αρκέσουν αυτά να καταβάλουν τον εχθρόν (μικρόβια), τότε θα σταλούν ενισχύσεις εκ των μετόπισθεν. Εάν και αυτά δεν αρκούν, ο οργανισμός θα κάνη επιστράτευσιν εκγυμνασμένων στρατιωτών (λευκά αιμοσφαίρια) διά την εξόντωσιν του εχθρού. Αυτήν την αύξησιν των λευκών αιμοσφαιρίων (των στρατιωτών) εις μίαν επίθεσιν (φλεγμονήν όπως λέμε) την εκμεταλλευόμεθα διά την διαπίστωσιν της κρυφής επιθέσεως, όπως π.χ. εις μια οξείαν σκωληκοειδίτιδα, όπου τα λευκά αιμοσφαίρια είναι ηυξημένα (15.000 έως 20.000 ή περισσότερα).
Μέχρις εδώ πάμε καλά, διότι ο εχθρός επιτίθεται με τα γνωστά μέσα, τα οποία τα αντιμετωπίζει ο οργανισμός. Όταν όμως ο εχθρός επιτεθή δι΄ ειδικώς εκπαιδευμένου στρατού, όπως συμβαίνει π.χ. εις την διφθερίτιδα, εις τον τέτανον κλπ., τότε ο οργανισμός θα αμυνθή φυσικά με όλες τις δυνάμεις του, και όσον ισχυρότερος είναι τόσο και ανθεκτικότερος. Αλλά επειδή δεν έχει ειδικώς εκπαιδευμένον στρατόν διά την εξουδετέρωσιν του ειδικού εχθρού, ο οποίος εν προκειμένω είναι το μικρόβιον της διφθερίτιδος με την τοξίνην του, θα καταλήξη να έχη έλλειψιν ειδικών στρατιωτών. Εδώ εστηρίχθησαν τα εμβόλια και οι οροί, οι οποίοι φροντίζουν διά την ειδικήν άμυναν του οργανισμού.
Διά του εμβολίου εισάγομεν εις τον οργανισμόν νεκρά ή εξησθενημένα μικρόβια. Ο οργανισμός τα αντιλαμβάνεται και φροντίζει να τα εξουδετερώση, εκπαιδεύοντας τους ειδικούς στρατιώτας του, τα καλούμενα αντισώματα, τα οποία είναι ειδικά εις το να καταστρέφουν μόνον τον εχθρόν διά τον οποίον εκπαιδεύθησαν. Με την πρώτην δόσιν του εμβολίου παράγεται μία ποσότης αντισωμάτων, με την δευτέραν δόσιν εμβολίου ο οργανισμός, βλέποντας να γίνεται νέα επίθεσις και μη γνωρίζοντας ότι είναι εξησθενημένα ή νεκρά, φοβείται και καλεί και άλλας ηλικίας, τας οποίας εκπαιδεύει, και με την τρίτην δόσιν ολοκληρώνεται η επιστράτευσις και εκπαίδευσις εις τον οργανισμόν. Τοιουτοτρόπως, ο οργανισμός έχει αρκετήν ποσότητα αντισωμάτων (ειδικών στρατιωτών) διά να εξουδετερώση τον τυχόν επιτιθέμενον ειδικόν εχθρόν (π.χ. διφθερίτιδα).
Τα αντισώματα αυτά τα διατηρεί ο οργανισμός επί μακρόν, διότι είναι οι δικοί του στρατιώτες. Μάλιστα, εάν μετά ένα με δύο έτη από το πρώτον εμβόλιον κάνωμεν μίαν ένεσιν εμβολίου ακόμη (αναζωπύρωσις), τότε ο οργανισμός αίρει την χαλαρότητα που είχε μέχρι τώρα, εκ νέου επιστρατεύει αντισώματα, ευρισκόμενος εις επιφυλακήν.
Εάν δεν ήτο εμβολιασμένος ο οργανισμός και είχε υποστή επίθεσιν, είχε προσβληθή π.χ. υπό της διφθερίτιδος, τότε ομοιάζει με το κράτος εκείνο το οποίο δεν επρόλαβε να εκγυμνάση στρατιώτας. Διότι ένα εμβόλιον προετοιμάζει τον οργανισμόν διά άμυναν μετά τρίμηνον. Τότε κάνομεν τους ορούς οι οποίοι έχουν έτοιμα αντισώματα, τα οποία θα χρησιμοποιήση ο οργανισμός διά την άμυνάν του, και μόλις εξοντωθή ο εχθρός, αυτά θα καταστραφούν. Δεν διαρκούν δηλαδή επί πολύ. Αυτή είναι η βασική διαφορά μεταξύ εμβολίου και ορού. Με το εμβόλιον έχομεν στρατιώτας τού ιδίου οργανισμού να παραμένουν επί μακρόν, ενώ με τους ορούς έχομεν ξένους στρατιώτας, οι οποίοι παραμένουν επ’ ολίγον. Τους ορούς τούς παρασκευάζομεν από ζώα (π.χ. άλογα) δι΄ εμβολίων, από τα οποία λαμβάνομεν τον ορόν του αίματός των. Διά την καλλιτέραν άμυναν του οργανισμού λοιπόν πρέπει να προτιμώμεν το εμβόλιον, διότι μπορεί και να μη προφθάση ο ορός και να καταλυθή το Κράτος – Οργανισμός.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΝΕΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ», στις 19/1/1961 και ακολούθησε διάλεξη στην Αρναία Χαλκιδικής